To Φρούριο στη Θάλασσα (Rocca a Mare)

Το 16ο αιώνα οι Ενετοί έκτισαν στην άκρη του βόρειου λιμενοβραχίονα, στη θέση παλαιότερου πύργου, τον Κούλε (τουρκ. Su Kulesi), το Castello ή Rocca a Mare για να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες της πυρίτιδας και να προστατεύσει το λιμάνι και την παράκτια οχύρωση της πόλης.

Οι εργασίες κατασκευής άρχισαν πριν το 1525. Για την οικοδόμηση του νέου φρουρίου, που θα είχε αρκετά μεγαλύτερες διαστάσεις, χρειάστηκε να διευρυνθεί τεχνητά η κρηπίδα έδρασης. Για την κατασκευή της ποντίστηκαν παλιά πλοία φορτωμένα με βράχους και ογκόλιθους που μεταφέρθηκαν από τη Ντία και τα Φρασκιά στον κόλπο του Παλαιοκάστρου. Για την προστασία του φρουρίου δημιουργήθηκε στη βόρεια πλευρά ένας μικρός ισχυρός μόλος με ημικυκλική απόληξη (sperone) που διέθετε δέστρες για τα πλοία. Στη ΒΔ πλευρά δημιουργήθηκε ένας κυματοθραύστης (porporella). Η νέα κατασκευή ονομάστηκε Castello a Mare (φρούριο στη θάλασσα) ή Rocca a Mare (βράχος στη θάλασσα). Για την κατασκευή του φρουρίου χρησιμοποιήθηκαν λαξευτοί ασβεστόλιθοι που σε μεγάλο ποσοστό φαίνεται να προήλθαν από την οχύρωση των ελληνιστικών χρόνων και τα λατομεία της ευρύτερης περιοχής. Η κατασκευή είχε ολοκληρωθεί ως το 1540, ωστόσο υπέφερε διαρκώς από την καταστροφική μανία των κυμάτων, που ανάγκαζε τους Βενετούς να πραγματοποιούν διαδοχικές επισκευές. Οι δυσκολίες και τα προβλήματα, αλλά και οι προτάσεις για τροποποιήσεις στην κατασκευή συνεχίστηκαν ως την έναρξη της πολιορκίας του Χάνδακα, ενώ στη διάρκειά της ο αμυντικός ρόλος του φρουρίου εξουδετερώθηκε γρήγορα από τους πολιορκητές. Μετά την άλωση της Candia το 1669, οι Οθωμανοί πραγματοποίησαν επεμβάσεις στο κτίσμα, το οποίο αποκαλούσαν στο εξής Φρούριο του Νερού (Su Kulesi), ονομασία που διατήρησε στα νεότερα χρόνια (Κούλες).