Ευρήματα από τον αστικό πυρήνα και τις νεκροπόλεις

Η συνέχιση της ανθρώπινης δραστηριότητας κατά τους κλασικούς και ελληνιστικούς χρόνους τεκμηριώνεται από ελάχιστα, πλην όμως αξιόλογα ευρήματα των κλασικών και πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Στην περιοχή δυτικά του Αρχαιολογικού Μουσείου, έχουν εντοπιστεί όστρακα αττικών αγγείων, καμινεύματα, ίχνη κλιβάνου και μεγάλοι αποθέτες κεραμικής που συνηγορούν στην ύπαρξη εργαστηρίων. Έντυπες λαβές αμφορέων κρασιού που διατηρούν επιγραφές με τα ονόματα εργαστηρίων και αγγειοπλαστών από διάφορα νησιά του Αιγαίου, αποδεικνύουν ότι το εμπόριο του κρασιού άνθιζε, ιδιαίτερα μετά τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. Τα νομισματικά ευρήματα μαρτυρούν τις εμπορικές σχέσεις του Ηρακλείου με άλλες κρητικές πόλεις.

Τα ευρήματα που εντοπίζονται νότια της πορείας της οχύρωσης είναι αποκλειστικά ταφικού χαρακτήρα. Επιτύμβιες στήλες, αττικού ύφους γλυπτά, ειδώλια της ελληνιστικής περιόδου και άλλα πλούσια κτερίσματα όπως μυροδοχεία και χρυσά ελάσματα. Η διασπορά των ταφικών ευρημάτων τεκμηριώνει ότι η ελληνιστική νότια νεκρόπολη του Ηρακλείου καταλάμβανε μια περιοχή νότια της οδού Δαιδάλου, από την πλατεία Ελευθερίας ως την οδό Έβανς, ίσως και δυτικότερα. Το όριο μεταξύ της πόλης και της νεκρόπολης, φαίνεται να συμπίπτει με την πορεία της οχυρωματικής κατασκευής από λαξευτούς λιθόπλινθους που εντοπίστηκε στην οδό Δαιδάλου και την πλατεία Ελευθερίας.