Αστική Αρχιτεκτονική
Οι Οθωμανοί απέκτησαν έναν τόπο με πλούσια αρχιτεκτονική παράδοση και με πληθώρα κτισμάτων: ισχυρά φρούρια, ναούς, δημόσια κτήρια, αρχοντικά και άπλες κατοικίες. Το κτηριακό αυτό υπόβαθρο διασκευάστηκε ώστε να καλυφτούν οι νέες ανάγκες σύμφωνα με την θρησκεία τους και τις δομές της κοινωνικής τους διάρθρωσης.
Τα δημόσια κτήρια και οι αστικές κατοικίες των βενετοκρητικών αρχόντων, είτε στεγάζουν υπηρεσίες της δημόσιας διοίκησης, είτε μετατρέπονται σε κονάκια, δηλαδή πολυτελείς οικίες πλουσίων Οθωμανών. Οι μικρότερες κατοικίες, επίσης, διασκευάζονται και επανακατοικούνται.
Τα σπίτια αποκτούν χώρο διαβίωσης γυναικών (haremlik), χώρο διαβίωσης ανδρών (selamlik), χώρους υποδοχής (divan hane), δωμάτιο καφέ (kahve odasi) και λουτρού (hammam), ενώ πολλά περιφράχτηκαν με ψηλούς τοίχους. Τα σπίτια των προυχόντων Οθωμανών ήταν λιθόκτιστα και ορισμένα είχαν κεραμοσκεπείς στέγες. Διέθεταν βοηθητικούς χώρους, αυλές με κήπους, κιόσκια, συντριβάνια, πηγάδια και συχνά δεξαμενή νερού. Οι αυλές ήταν επιστρωμένες με βοτσαλωτά δάπεδα, με γεωμετρικές και φυτικές παραστάσεις από λευκά και μαύρα βότσαλα.
Τα μεγάλα «κονάκια» συνυπήρχαν με λαϊκά – ταπεινά σπίτια. Λιθόκτιστα και αυτά, στεγάζονταν με επίπεδα δώματα επικαλυμμένα με λεπίδα, ένα είδος αργιλικού χώματος. Ήταν ισόγεια ή διώροφα με λίγα δωμάτια και χωρίς βοηθητικούς χώρους. Τα περισσότερα ωστόσο διέθεταν κήπο, στέρνες και πηγάδια. Τα βοτσάλωτα δάπεδα, τα πηγάδια και οι δεξαμενές των αύλειων χώρων εντοπίζονται συχνά στις ανασκαφές.
Στις όψεις των σπιτιών που έβλεπαν προς τους κεντρικούς δρόμους, υπήρχαν ισοϋψείς ξύλινες κατασκευές που στέγαζαν καταστήματα και αποθήκες των εμπόρων και των τεχνιτών, ενώ οι δρόμοι ήταν φυτεμένοι με κληματαριές που αναρριχούνταν σε ξυλοκατασκευές και το καλοκαίρι σχημάτιζαν στοές κάτω από τις οποίες μπορούσε κάποιος να διασχίσει τους κεντρικούς δρόμους. Αυτές οι ξύλινες κατασκευές, σύμφωνα με τον περιηγητή SF.W. Sieber (1817) έδιναν μια ζωντάνια και ευχάριστη όψη στην πόλη.
Η μορφή της Καντιγιέ άλλαξε ριζικά μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1856 που ισοπέδωσε την πόλη. Αμέσως μετά, με νέες πολεοδομικές και άλλες διατάξεις των τουρκικών αρχών, η πόλη ανακατασκευάστηκε ως μια τυπική οθωμανική πόλη των Βαλκανίων, με τα τζαμιά, τους μιναρέδες, τους πυργόσχημους όγκους και τα σαχνισιά. Η ανάγκη να κατασκευαστούν με αντισεισμικό τρόπο τα νέα κτήρια, ώθησε τις αρχές να εφαρμόσουν με αυστηρότητα τις πολεοδομικές και αρχιτεκτονικές διατάξεις που καθορίζονταν από τον Αυτοκρατορικό Οργανισμό. Έτσι, τα νέα οικοδομήματα, διώροφα συνήθως και με υπόγειο, κατασκευάζονται σε μεγάλο οικόπεδο που περιβάλλεται από ψηλό μαντρότοιχο. Τα κτίσματα ανοίγονται σε λιθόστρωτες ή βοτσαλόστρωτες αυλές. Έχουν λιθόκτιστο ισόγειο με περιορισμένο σε μέγεθος και αριθμό ανοίγματα, τα οποία ενισχύονται με ξυλοδεσιές. Οι μη φέροντες τοίχοι του ορόφου κατασκευάζονται ξηλόπηκτοι. Τα κτίσματα χαρακτηρίζονται από την κατασκευή κλειστών εξωστών, τα «σαχνισιά». Κάθε σαχνισί έχει παράθυρα τοποθετημένα στη σειρά και προωθείται έξω από την γραμμή του ισογείου στηριζόμενο σε φουρούσια (πρόβολους) ξύλινα ή σιδερένια. Η στέγαση των κτηρίων γίνεται με ξύλινες τετράριχτες κεραμοσκεπείς στέγες.
Οι μορφές και οι επιδράσεις τόσο της βενετικής όσο και της τοπικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής αναμεμειγμένες με στοιχεία της βαλκανικής διαμορφώνουν τη φυσιογνωμία της πόλης έως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.