Το Ηράκλειο στους Οθωμανικούς Χρόνους

Η ενετική «Κάντια» μετά από μακροχρόνια πολιορκία (1648-1669), πέρασε στα χέρια των Οθωμανών (1669-1898). Ονομαζόταν πλέον «Καντιγιέ» και ήταν σημαντικό στρατιωτικό, οικονομικό, θρησκευτικό κέντρο του νησιού.

Στις 4 Οκτωβρίου του 1669 οι Οθωμανοί εισήλθαν σε μια ρημαγμένη από τους βομβαρδισμούς και σχεδόν έρημη πόλη, η οποία είχε εκκενωθεί από τους χριστιανούς κατοίκους της. Στην περιοχή του προμαχώνα Sabbionara στήθηκαν τα σύμβολα των Ταγμάτων που συμμετείχαν στην πολιορκία, οι «Εφτά Μπαλτάδες». Ένας από τους χριστιανούς που δεν ακολούθησε τους συμπολίτες του ήταν ο Νικολός Καστροφύλακας, ο οποίος ανέλαβε να συνδράμει τους Οθωμανούς στην σύνταξη ενός αναλυτικού κατάστιχου των σπιτιών και των ναών που άφησαν πίσω τους οι πρόσφυγες του Χάνδακα, με σκοπό αυτά να πουληθούν στους αξιωματούχους και τους απλούς στρατιώτες που συνέρρεαν στην πόλη.

Οι Οθωμανοί διατήρησαν τις οχυρώσεις και τον πολεοδομικό ιστό της ενετικής Κάντιας. Με δεδομένη μάλιστα τη σημασία της πόλης ως φρούριο, άμεσα πραγματοποίησαν σημαντικές εργασίες στα τείχη: επισκευάστηκε όλο το νότιο τμήμα του περιβόλου και συμπληρώθηκαν όσες επενδύσεις των ευθύγραμμων τμημάτων είχαν καταρρεύσει. Επιπλέον, κατασκευάστηκε εξαρχής και με νέα σχέδια ο προμαχώνας του Αγίου Ανδρέα. Το λιμάνι ενισχύθηκε με τον «Μικρό Κούλε» στο τέλος του ανατολικού λιμενοβραχίονα και επισκευάστηκε το φρούριο «Rocca a mare», γνωστό από τότε ως «Su Kulesi» ή «Κούλες».

Έξω από τα ισχυρά τείχη της πόλης διατηρήθηκαν τα ενετικά προπύργια του Αγίου Πνεύματος (Τασλί ντάμπια = βραχώδες πρόχωμα), του Παντοκράτορα (Κανλί ντάμπια = αιματώδες πρόχωμα), του Αγίου Νικολάου (Γερλί ντάμπια = πρόχωμα των εντοπίων) και το εξωτερικό βενετικό φρούριο του Αγίου Δημητρίου (Ακ ντάμπια = λευκό πρόχωμα). Κοντά στις πύλες του Παντοκράτορα και του Ιησού, ανάμεσα σε καταπράσινους αμπελώνες, αναπτύχθηκαν τα δύο μεγάλα μουσουλμανικά νεκροταφεία.

Το βενετικό διοικητικό κέντρο της πόλης, το Palazzo ducale δημοπρατήθηκε το 1671 και κατακυρώθηκε στο βακούφιο του βεζίρη Ντεφτερντάρ Αχμέτ Πασά (Αγίου Μάρκου). Το 1818 αποτελούσε την κατοικία του αγά των γενιτσάρων, το Αγά Καπού, ενώ το γειτονικό παλάτι του Αρχιστράτηγου (Palazzo Generale), χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του εκάστοτε πασά.

Οι δημόσιες σιταποθήκες συνέχισαν να λειτουργούν στην πύλη Voltone και στο συνεχόμενο προς δυσμάς βενετικό Fontaco. Τα 25 θολωτά εργαστήρια στο ισόγειο του τριώροφου κτηρίου δημοπρατήθηκαν και κατακυρώθηκαν στον Σαχίν Αγά για λογαριασμό του βακουφίων της Βαλιντέ Σουλτάνας.

Για το στρατωνισμό των οθωμανικών ταγμάτων χρησιμοποιήθηκαν οι ενετικοί στρατώνες του Αγίου Γεωργίου (αυτοκρατορικοί Γενίτσαροι), της πύλης του Ιησού (Τζεμπετζήδες = Θωρακοφόροι) και η «Κονάκα του Λάκκου». Στη θέση της Μονής Ακρωτηριανής κτίστηκε ο στρατώνας των εντοπίων Γενιτσάρων. Στα υπόλοιπα δημόσια κτήρια του κέντρου της πόλης εγκαταστάθηκαν ανώτεροι Οθωμανικοί βαθμούχοι, στους οποίους, με σουλτανική άδεια, ο ίδιος ο Κιοπρουλής παραχώρησε το δικαίωμα να μετατρέψουν σε τεμένη τους χριστιανικούς ναούς, με μόνη υποχρέωση την αφιέρωση αστικών ακινήτων για τη συντήρηση τους. Μεγάλος αριθμός μικρών εκκλησιών μετατράπηκαν σε ευκτήριους οίκους (μεστζίτ) και μοναστήρια (τεκέδες), ενώ μικρότεροι ναοί και ιδιωτικά παρεκκλήσια πολυτελών οικιών που πέρασαν στην κατοχή Οθωμανών μεγιστάνων μετατράπηκαν σε λουτρώνες (χαμάμ).

Στο κέντρο της πόλης, στην βενετική Πύλη Voltone, γνωστό ως «Kemer Alti», υπήρχαν τα λεγόμενα «Αχτάρικα», μικρά καταστήματα που πουλούσαν είδη πολυτελείας καθώς και το «Μπεζεστένι» (Bezesten), η κλειστή αγορά όπου πωλούνταν τα πολύτιμα και σπάνια εμπορεύματα. Από εκεί, ξεκινούσαν ακτινωτά οι πέντε κεντρικοί δρόμοι της πόλης, κατά μήκος των οποίων βρίσκονταν οι κεντρικές αγορές. Υπήρχαν πέντε μεγάλες και δύο μικρότερες αγορές, εξειδικευμένες ως προς τα προϊόντα που διέθεταν. Στην βενετική Ruga Magistra, η οποία κατά την τουρκοκρατία ονομαζόταν Βεζίρ Τσαρσί (σημερινή Λεωφ. Μαρτύρων 25ης Αυγούστου), ήταν εγκατεστημένοι οι πλουσιότεροι έμποροι. Οι άλλες αγορές αναπτύσσονταν κατά μήκος της βενετικής Larga strada (Κεχαγιά μπέη Ταρσί – σημερινή οδός Καλοκαιρινού), της σημερινής οδού 1866 (αγά τσαρσισί), της σημερινής οδού Δικαιοσύνης (οδός Κισλάδων) και της σημερινής οδού 1821 (Σεϊτάν ογλού Μαχμούτ αγά τσαρσισί). Οι δύο μικρότερες αγορές ήταν, ο «Αραστάς» (σημερινή οδός Αργυράκη), και το Κιουτσούκ  τσαρσί ή τσαρσάκι στην συνοικία των Αρμενίων (Καμαράκι).

Η αστική περιοχή συνέχισε να είναι διαιρεμένη σε συνοικίες, τους μαχαλάδες, τα ονόματα των οποίων προσδιόριζαν τις θέσεις των ακινήτων. Ο διαχωρισμός αυτός ήταν πάγια τακτική της οθωμανικής διοίκησης και αποσκοπούσε στην διευκόλυνση της κρατικής μηχανής για την κατανομή φορολογικών και διοικητικών υποχρεώσεων στους κατοίκους. Η σύνθεση του πληθυσμού στις συνοικίες ήταν μικτή, καθώς δεν εφαρμόστηκε αυστηρός διαχωρισμός θρησκευτικών ομάδων. Ωστόσο, παρατηρείται συνέχιση  της συγκέντρωσης του εβραϊκού πληθυσμού στην παράκτια ζώνη του όρμου Δερματά και της αρμενικής κοινότητας  στην περιοχή γύρω από το «Καμαράκι».

Αμέσως μετά την εγκατάσταση τους οι Οθωμανοί αποκατέστησαν την ροή των υδάτων από τις πηγές των Αρχανών (Kemer Suyu), η οποία είχε διακοπεί κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, και κατασκεύασαν νέες δεξαμενές συγκέντρωσης και διανομής των υδάτων. Συμπληρωματική υδροδότηση των τεμενών, των μοναστηριών (τεκέδων), των λουτρών, των αναβρυτηρίων και των κρηνών (φιλανθρωπικών, δημοσίων και ιδιωτικών) της πόλης επιχειρήθηκε και από μικρότερες πηγές των περιχώρων της. Σπουδαίο κοινωφελές έργο της περιόδου υπήρξε και η δημιουργία αποχετευτικού συστήματος με την κατασκευή δύο κλειστών λιθόκτιστων οχετών σε νευραλγικά σημεία της πόλης.
Οι πύλες της πόλης συνέχισαν να κλείνουν με τη δύση του ηλίου και να ανοίγουν ξανά με την ανατολή του. Όσοι δεν κατάφερναν να μπουν έγκαιρα, διανυκτέρευαν με τα ζώα τους σε ειδικά διαμορφωμένα θολωτά κτήρια κοντά σε πηγές, όπως του «Κορώνη ο Μαγαράς» στο δρόμο προς το Κανλί Καστέλι (Προφήτη Ηλία) και οι «κουμπέδες» πάνω στο παλιό δρόμο προς Ρέθυμνο.