Η Τύχη των Βενετικών Μνημείων
Από τα κτήρια της πρώτης περιόδου της Βενετικής κυριαρχίας ελάχιστα έχουν διασωθεί στο Ηράκλειο. Ένα μεγάλο μέρος χάθηκε εξαιτίας των πολυάριθμων σεισμικών καταστροφών.
Οι συνεχείς ανακαινίσεις, οι ανοικοδομήσεις, οι εκτεταμένες αναδιαμορφώσεις του φυσικού αναγλύφου, καθώς και οι κατεδαφίσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την ανέγερση των μεγάλων οχυρώσεων του 16ου αιώνα, συνέβαλαν επίσης στην απώλεια σημαντικού τμήματος των παλαιότερων κτηρίων.
Η αλλοίωση του πολεοδομικού ιστού της Βενετοκρατίας ξεκίνησε ήδη με την Οθωμανική κατάκτηση του 1669. Προσθήκες και επισκευές που συνδέονταν με τις νέες αμυντικές, διοικητικές, θρησκευτικές και οικιστικές ανάγκες, σε συνδυασμό με νέες εκτεταμένες σεισμικές καταστροφές και τη μεγάλη πυρκαγιά που ακολούθησε τα αιματηρά γεγονότα της 25ης Αυγούστου 1898 — όταν σημειώθηκε η σφαγή αμάχων του Ηρακλείου, κατά το τελευταίο επεισόδιο της αποχώρησης των Οθωμανών από την Κρήτη — είχαν ως αποτέλεσμα να επιβιώσει μικρό μόνο τμήμα των κτηρίων της βενετσιάνικης πόλης έως τις αρχές του 20ού αιώνα.
Η τελική, ωστόσο, καταστροφή συντελέστηκε κατά τις επόμενες δεκαετίες, καθώς η άναρχη αστική ανάπτυξη, οι παρεμβάσεις λειτουργικού χαρακτήρα στον αστικό ιστό με τη διάνοιξη νέων οδών και τη διαμόρφωση κοινόχρηστων χώρων, η ραγδαία και ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση — συνέπεια της διαρκώς αυξανόμενης αστυφιλίας — αλλά και η δυσκολία αποδοχής της μνημειακής αξίας κτισμάτων που στη συλλογική συνείδηση συνδέονταν με την παρουσία κατακτητών, οδήγησαν στην απώλεια ενός σημαντικού μέρους των εναπομεινάντων οικοδομημάτων.
Η ανάγκη προστασίας όσων μνημείων απέμεναν οδήγησε, το 2012, στην οριοθέτηση του προστατευόμενου αρχαιολογικού χώρου της πόλης του Ηρακλείου, με νέα κήρυξη που περιέλαβε ολόκληρη την εντός των τειχών πόλη, καθώς και τα πρώτα οικοδομικά τετράγωνα περιμετρικά της τάφρου. Έκτοτε, οι κατεδαφίσεις και οι επεμβάσεις στον ιστορικό ιστό της πόλης ελέγχονται πλέον με την πιστή εφαρμογή των διαδικασιών που προβλέπει η αρχαιολογική νομοθεσία.