Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής
Φωτογραφική συλλογή εικόνων σε καρουζέλ
Το σημαντικότερο ποίημα από λογοτεχνική, γλωσσική και ιστορική άποψη είναι η «Διήγησις διά στίχων τοῦ δεινοῦ πολέμου τοῦ ἐν τῇ νήσῳ Κρήτῃ» (Κρητικός Πόλεμος) του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή. Ο Μπουνιαλής έζησε στη γενέτειρά του, το Ρέθυμνο έως την κατάληψή του από τους Οθωμανούς, στη συνέχεια κατέφυγε στον Χάνδακα και από εκεί, ως πρόσφυγας, στην Κέρκυρα, για να ολοκληρώσει τελικά το ποίημα στη Βενετία. Στο έργο του αφηγείται με χρονολογική σειρά τα γεγονότα του πολέμου, από την απόβαση των Οθωμανών στο νησί, την κατάληψη των Χανίων και του Ρεθύμνου, έως την παράδοση του Χάνδακα. Στο μέρος που αφορά στην πολιορκία της πόλης μεταφέρει τις δραματικές διηγήσεις των προσφύγων που κατέφθαναν στη Βενετία μετά το 1669, αποδίδοντας με χαρακτηριστικούς στίχους τη φρίκη που βίωσε η πρωτεύουσα της Κρήτης κατά την τελευταία φάση του πολυετούς αποκλεισμού της καθώς και την αγωνία των κατοίκων της εξαιτίας των σφοδρών βομβαρδισμών.
Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής
(Ο ποιητής)
Ποιά χέρα γρηγορότρεχη, μὲ δίχως νὰ σκοντάψει,
νὰ δηγηθεῖ τὰ βάσανα τοῦ Χάντακος, νὰ γράψῃ;
…
(Μιλά η πόλη)
Χάντακας τώρα κράζομαι καὶ Κρήτης τιμημένη,
γιατ’ εἶμαι ἀποὺ τσ’ Ἀγαρηνοὺς πλῆσα πολεμημένη,
ὁποὺ μοῦ δῶκαν πόλεμο καὶ τὰ τειχιὰ μοῦ ρίξα
τοῦ Μαρτινέγκο, τοῦ Γεζοῦ, μὰ οἱ πόρτες δὲν ἀνοῖξα.
…
(Ο ποιητής)
Κ’ οἱ Τοῦρκοι πάλι τ’ ὅμοιο, τὲς μπόμπες ἐκεντοῦσα,
καὶ πέτρες ἀνερίφνηταις βάνοντας ἐπετοῦσα
εἰς ἄρχοντες, εἰσὲ φτωχούς, σὲ νέους, σὲ παπάδες,
εἰσὲ σολντάδους, σὲ παιδιά, σὲ νέες καλογράδες.
…
ἀποὺ τὰ βόλια τὰ πολλὰ ὁποὺ σταυρῶνα μέσα,
καὶ δίδοντας στὲς ἐκκλησιές, τὰ καμπανέλια ἐπέσα·
κ’ εἰς τὰ καντούνια ἐμπαίνασι καὶ σπίτια ἐβουλοῦσα
κ’ ἔτρεχεν ὅλος ὁ λαὸς στὰ τείχη κ’ ἐβοηθοῦσα.
…
Καὶ τὰ παλάτια ἐρίχτανε καὶ τὰ μικρὰ πλακῶνα,
ἀποὺ τὴ Στράτα τὴν Πλατειὰ ἐφέρνουντα κ’ ἐσῶνα·
ἀποὺ τὴν Ἄμμο τά ᾽ριχνε καὶ τρίγυρα κτυποῦσα
κι ἀνθρῶποι γιὰ νὰ πορπατοῦ ἐκεῖ δὲν ἐμποροῦσα.
Κ’ οἱ γενεράλοι ἐστέκανε στὰ τείχη ἀποκάτω,
μέσα στὴ χώρα, νὰ γροικοῦ τοῦ καθανὸς μαντάτο…
…
Τοῦτοι δυὸ τόποι ἤτονε κάτω στὰ περιγιάλια,
κ’ ἐτύχαινε γιὰ νὰ τὸ πεῖ τοῦτο ἀγάλια ’γάλια,
μὰ τό ’πε ὄξω φανερά, ὁ λόγος ὁποὺ βγῆκε,
καὶ στοῦ Μπαρότση τὴν καρδιὰ ὁ δαίμονας ἐμπῆκε…
…
ἀποὺ τῆς Ἄμμος τὴ μεριὰ κι ἀποὺ τὸν Ἄγιο Ἀντρέα,
γιατὶ δὲν ἦτον φύλαξες σ ᾽ἐκείνη τὴ μερέα.
…
Ἀμὲ τὸ γροίκησεν αὐτὸς ποὺ τό ’χανε μετρήσει,
Μπαρότσης ὁ ἀλύπητος κ’ εἶχεν ἀποφασίσει
κ᾽ ἐγίνηκε ἐπίβουλος Ἰούδας καὶ προδότης
κι ὄξω τὴ νύκτα ἔδωκε κ’ ἔγινε καταδότης.
Εἰς τοῦ βιζίρη ἔσωσεν κ’ εἶχε του μολογήσει
ὅ,τι ἄκουσε ἀποὺ τὸ μουσοὺ καὶ τί θὰ καταντήσει.
…
Καὶ ὁ βιζίρης ὅρισε σκάφτοντας νὰ σιμώνου
καὶ μπόμπες νὰ πετούσινε μέσα, γιὰ νὰ σκοτώνου…
…
Πρὸς τ’ Ἅγι’ Ἀντρέου τὴ μερὰ ἤλθανε καὶ σιμώνου,
καὶ πάλι ἀπού τοῦ Μαρουλᾶ στὴν Ἄμμο πολλοὶ σώνου…
…
Μιὰ σκόνη μόνο καὶ καπνὸ ἐκοίταζες στὴ χώρα
ἀπού τὰ βόλια πού ’ρχουντα τὰ πλήσια πάσαν ὥρα.
…
Πόσος λαὸς ἐχάθηκε κ’ ἐπέσαν κ᾽ ἐτελειῶσα
μὲ μπάλες καὶ μὲ τουφεκιές, κι ἄλλοι καινούργιοι ἐσῶσα,
γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τὸν τόπο νὰ κρατοῦνε
κι ὅλ’ οἱ Ρωμαῖοι ἐπήγανε ὄξω, γιὰ νὰ χαθοῦνε
μὲ θάνατο σκληρότατο, καὶ τίς μπορεῖ νὰ γράψει
τὰ βάσανα, καὶ τὸ χαρτὶ μὲ δάκρυα νὰ βάψει…
…
Δυστυχισμένε Χάντακα, ἴντα φωτιὰ μεγάλη
τὴ χώρα σου ἐκατάκαψε σὲ μιὰ μερὰ κ’ εἰς ἄλλη!
…
Σπίτι δὲν εἶναι ἀτρύπητο, πόρτα οὔτε παραθύρι,
οὐδ’ ἄκερο καμπαναρειό, οὔτε καὶ μοναστήρι.
Τὸ ξώπορτον ἐχάλασε κι ὅλοί ’ναι ἀναχυμένοι
καὶ λάκκους ἔχουν κατοικιὰ οἱ παραπονεμένοι.
Μ’ ὅλον ἐτοῦτο ἡ Βενετιὰ καυκᾶται στ’ ὄνομά τση,
γιατ᾽ εἶναι ἀκόμη ἀχάλαστα καὶ στέκου τὰ τειχιά τση.
…
(Μιλά η πόλη)
Βροχὴ τὲς πέτρες ρίχνει μου, τσὶ μπάλες σὰ χαλάζι,
ἀστροπελέκια λουμπαρδιὲς καὶ νὰ μηδὲ σκολάζει.
Ἀφάνισέ μου τσ’ ἐκκλησιές, τοὺς πύργους εἶχε ρίξει
κι ὡσάν σιφούνι ἔτρεχε νὰ μὲ καταρουφήξει.
…
Ὅσοι κι ἂ μὲ κατέχασι, πλέον δὲ μὲ γνωρίζουν
καὶ δέρνουσι τὰ στήθη τως γιὰ μένα καὶ δακρύζου.
…
Δέομαι μὲ τὰ δάκρυα, Θεέ, ἀπάκουσέ με,
κι ἀπὸ τὰ τόσα βάσανα ὁπού ’χω λύτρωσέ με.
…
Κ᾽ ἐσύ, ὢ ὑπερθαύμαστη κυρία Μαριάμ μου,
ξελύτρωσέ με τὴ φτωχή, Μεσοπαντίτισσά μου·
κι Ἅγιοι Δέκα Μάρτυρες, κι Ἅγιε Τίτε δικέ μου,
σμίξετ’ ἐσεῖς οἱ ἕντεκα τώρα, βοηθήσετέ μου.
…
Ὤ, θάνατε ἀλύπητε, σταμάτησε κοντά σου,
στὸ αἷμα ὁποὺ χύνεται καὶ κλείσου στὴ φωλιά σου.
Ποτὲ δὲν ἐγανάκτησες στὴ μέση νὰ γυρίζεις
μὲ τὸ δρεπάνι τ’ ἄπονο πάντα νὰ τοὺς θερίζεις,
ζηλόφθονε, ἀδιάκριτε, ἀλύπητε, καὶ πόσες
ψυχὲς Τουρκῶ, Χριστιανῶ στὸν Ἅδη νὰ σφαλίζεις,
ἀλλόφυλων, καὶ λύπηση στὸ νοῦ σου δὲ γνωρίζεις,
καὶ δὲ χορταίνεις νὰ θωρεῖς καὶ χορτασμό δὲν ἔχεις
στὴ χώρα τούτη τὴ φτωχή, μ’ ἀκόμη θὰ ξετρέχεις,
ὥστε ποὺ νά ᾽ναι μιὰ ζωὴ ἀνθρώπου, νὰ τὴ βλάψεις
καὶ σὰ δὲν ἔχεις, στανικῶς σοῦ πρέπει γιὰ νὰ πάψεις!
…
Ἀδειάσαν τὴν Τριμάρτυρο καὶ τ’ ἄλλα ὅλα ἐκεῖνα
καὶ τὸ Χριστὸ τοῦ Κεφαλᾶ, κι Ἁγιὰν Αἰκατερίνα.
Τὸ Ἅγιον Αἷμα πιάνουσι τότες καὶ κασελιάζου,
καὶ τὴ Μεσοπαντίτισσα καὶ λείψανα φυλάσσου·
τοὺς Ἅγιους Δέκα νὰ χαλοῦν, κι ὅσες εὶκόνες ἦτο
τριγύρα ἐκεῖ στὴν ἐκκλησὰ ποὺ λέγαν Ἅγιον Τίτο.
Ἐδειάζασινε τσ’ ἐκκλησές, λίμπρα, μονετσιόνες,
τὰ παξιμάδια κι ἄρματα, καμπάνες καὶ εἰκόνες.
…
Εὐρώπη, δάρσου σήμερο καὶ τὰ μαλλιά σου σύρε!
Ἐσίμωσε τὸ τέλος μου, ὤφου, γιὰ νὰ μὲ δώσου,
νὰ λάβουνε ξεκούραση, κ᾽ ἐμένα νὰ σκλαβώσου.
…
Ἀπείτις ἀπογράψανε τὲς σύβασες καὶ σάζου,
μέρες ὀκτώ τῶν ἔδωκε, γιὰ νὰ μποροῦ ν’ ἀδειάζου.
…
Κ᾽ ἐκοίταζες ὁληνυκτὶς τὲς βάρκες νὰ φορτώνου,
γυναῖκες, ἄνδρες, πράματα στὴ Ντία νὰ τὰ σώνου.
Κλαῖτε με, φίλοι καὶ δικοί, κλαῖτε με τὴν καημένη,
κλαῖτε με, ὅλ᾽ οἱ Χριστιανοί, τὴν παραπονεμένη!
Γῆς καὶ φωτιὰ καὶ τὸ νερό, συγκλάψετέ με ὁμάδι
καί, οὐρανέ, τὴν ὄψη σου σκέπασε μὲ μαγνάδι·
καὶ τ’ ἀστραποβροντίσματα τὸ νέφαλο ἂς παίξει,
νὰ σκοτιστεῖ ὁ ἥλιος, σ ᾽ἐμένα νὰ μὴ φέξει!
Κλαῖτε με, βρύσες, ποταμοί, λίμνες κι ὀρυάκια κι ὅλα,
ὄρη καὶ κάμποι καὶ βουνά, ρόδα καὶ πάσα βιόλα!
Μὲ δάκρυα κλαῖτε σήμερο, λουλούδια μυρισμένα
καὶ κάμποι ἀνθοστόλιστοι καὶ δέντρη μου ἀνθισμένα!
Κλαῖτε με, τ’ ἄστρα τ’ οὐρανοῦ, τὰ νέφη, τὸ φεγγάρι,
ὅλ’ οἱ πλανήτες κ’ ἡ Πιλιὰ πρίκα γιὰ μένα ἂς πάρει!
Ἥλιε, τὸ φῶς σου σήμερο σὲ σκότος ἂς γυρίσει,
ὀγιὰ σημάδι, νὰ σὲ δοῦ σ᾽ Ἀνατολὴ κ᾽ εἰς Δύση,
γιὰ νὰ γνωρίσουν πὼς ἐγὼ εὑρίσκομαι στὸ τέλος,
νὰ κλάψουν ὅσοι μέ ᾽δασι, μὲ τῆς καρδιᾶς τὸ μέλος.
…
(Ο ποιητής)
Μ’ ἀπεὶς οἱ μέρες σώνουσι καὶ νὰ μὴν ἀνιμένου,
τὸ μεσημέρι ἀρχίζουνε οἱ συντροφιὲς καὶ βγαίνουν·
…
κι ἀφῆκαν δίχως ἄνθρωπο τὴ χώρα σφαλισμένη
κι οὐδένα πράμα ζωντανὸ μέσα δὲν ἀπομένει·
μὰ πήρανε καὶ τὰ σκυλιὰ ὀγιὰ νὰ μὴν τ᾽ ἀφήσου
νὰ τά ’βρουν οἱ Ἀγαρηνοὶ νὰ τὰ κλερονομήσου.
Τετράδη βράδυ ἤτονε ἀπ’ ἀποχωριστῆκα
πατρίδα τὴν ευγενικὴ κ’ εἴχασιν ὅλοι πρίκα.
…
(Μιλάει η πόλη)
Ὤφου, ποιός νά ᾽τον ἀφορμή, ποιά τύχη ἀσβολωμένη,
γὴ ποιὸ τυφλὸ μελλούμενο, ποιά τέχνη τυφλωμένη,
καὶ σ’ ἔφερε στὰ μέρη μου γιὰ τὴν κακή μου μοίρα,
ποιοί ἀνέμοι σοῦ βοηθήσανε, ποιά κύματα σ᾽ ἐσύρα,
ποιό ἄστρο στράτα σοῦ ’δειξε, ποιός ἄτυχος πλανήτης
καὶ σ’ ἔβγαλε γιὰ λόγου μου εἰς τὸ νησὶ τῆς Κρήτης;
Κ ᾽ἦρθες καὶ μ᾽ ἐπολέμησες, καὶ θέλεις τὸ δηγᾶσαι,
μὰ πὼς μ’ ἐπῆρες μὲ σπαθὶ ποτέ σου μὴν καυχᾶσαι.
Μάτια μου, τί κοιτάζετε; Τώρα σκοτεινιαστῆτε,
τοὺς Τούρκους ὁποὺ θὲ νὰ μποῦν ὁγιὰ νὰ μὴν τοὺς δῆτε.
…
(Ο ποιητής)
Ὤ, Κάστρο μου περίδοξο, τάχατες ὅσοι ζοῦνε,
τάχατες νὰ σὲ κλαίσινε καὶ νὰ σ’ ἀναζητοῦνε;
[Έκδοση: Στυλιανός Αλεξίου – Μάρθα Αποσκίτη 1995]