Το Ηράκλειο στην Αυγή των Ιστορικών Χρόνων
Φωτογραφική συλλογή εικόνων σε καρουζέλ
Το Ηράκλειο στην αυγή των Ιστορικών Χρόνων
Η αναταραχή που προκάλεσε η κατάρρευση των ανακτορικών κέντρων και οι μετακινήσεις πληθυσμών που την ακολούθησαν στο τέλος της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. (1210-1150 π.Χ.) οδήγησαν αρχικά στην εγκατάλειψη πολλών μινωικών θέσεων και αργότερα (1150-1000 π.Χ.) στη συγκέντρωση του πληθυσμού σε θέσεις με περισσότερα πλεονεκτήματα. Οι διοικητικές και κοινωνικές μεταβολές, καθώς και τα νέα θρησκευτικά και καλλιτεχνικά ήθη που αναδύθηκαν σηματοδότησαν την έναρξη των λεγόμενων Ιστορικών Χρόνων. Την περίοδο αυτή δημιουργήθηκαν οι πρώτες οχυρές ακροπόλεις και τέθηκαν τα θεμέλια για τη διαμόρφωση της αρχαίας ελληνικής πόλης-κράτους.
Πρωτογεωμετρική-Γεωμετρική Περίοδος (970-700 π.Χ.)
Μετά την παρακμή του ανακτόρου της Κνωσού και τη συρρίκνωση του εμπορίου ο ρόλος της Αμνισού μάλλον υποβαθμίστηκε, γι᾽αυτό και τελικά το “χαλεπό” κατά τον Όμηρο λιμάνι εγκαταλείφθηκε. Την ίδια εποχή, η μινωική εγκατάσταση στον Πόρο-Κατασαμπά εγκαταλείφθηκε επίσης. Η πόλη της Κνωσού ωστόσο συνέχισε να ευημερεί τους επόμενους αιώνες. Τα εντυπωσιακά ευρήματα των ανασκαφών στο Βόρειο Νεκροταφείο τεκμηριώνουν τη συνέχιση των εμπορικών και καλλιτεχνικών ανταλλαγών της Κνωσού με κέντρα έξω από το νησί, διαμέσου του επινείου της, που πρέπει πλέον να ήταν μόνο το λιμάνι του Ηρακλείου. Η πρωτογεωμετρική κεραμική που ήρθε στο φως κατά τις ανασκαφές των George Miles και Μανόλη Μπορμπουδάκη στο προαύλιο του ναού του Αγίου Πέτρου των Δομινικανών, στο παραθαλάσσιο μέτωπο, φαίνεται να επιβεβαιώνει τη συνέχιση της δραστηριότητας γύρω από το λιμάνι του Ηρακλείου στην αυγή της εποχής του Σιδήρου.
Πρωτοαρχαϊκή Περίοδος (700-630 π.Χ.)
Στα τέλη του 2015, στα πλαίσια των εργασιών αποκατάστασης του Ενετικού Φρουρίου Rocca a Mare (Κούλε) εντοπίστηκαν δυο αρχιτεκτονικά μέλη από πλαίσιο θυρώματος (ανώφλιο και παραστάδα) κατασκευασμένα από ασβεστόλιθο, με ανάγλυφο διάκοσμο, καλυμμένα εν μέρει με ασβεστοκονίαμα. Η ανάγλυφη φρίζα με πομπή βοδιών ανάμεσα σε πλέγματα από σπείρες, που ήταν ορατή στο ανώφλιο πρόδιδε εξαρχής ότι επρόκειτο για εξαιρετικής τέχνης έργο πρώιμης εποχής. Μετά τον καθαρισμό της παραστάδας αποκαλύφθηκε ότι κοσμείται με παράσταση γυναικείας μορφής που φέρει πόλο και έχει σφιγμένες γροθιές, στον τύπο της πότνιας θηρών. Τα ανάγλυφα χρονολογήθηκαν στους πρωτοαρχαϊκούς χρόνους (7ος αιώνας π.Χ.). Η υψηλή ποιότητα της εργασίας και γενικά οι ομοιότητες με τα ανάγλυφα από το ναό Α του Πρινιά φαίνονται να τεκμηριώνουν τη σχέση με τα κνωσιακά εργαστήρια παραγωγής.
Από την έρευνα προέκυψε ότι τα δυο τμήματα περιθυρώματος προήλθαν από ανασκαφή σε οικόπεδο επί της οδού Αριάδνης, βόρεια του Αρχαιολογικού Μουσείου. Η παράσταση της πότνιας και των ζώων σε πομπή θυσίας μαρτυρούν ότι το θύρωμα προέρχεται από λατρευτικό κτήριο, η θέση του οποίου θα πρέπει πιθανότατα να βρισκόταν στην κορυφή του λόφου, όπου βρέθηκαν και τα λείψανα του μινωικού κτηρίου. Το σημείο αυτό, στο οποίο αργότερα ανεγέρθηκε ο ναός και το μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου, ήταν κυριολεκτικά και μεταφορικά το πιο εξέχον της πόλης, ειδικά για όσους την προσέγγιζαν από τη θάλασσα και κατά συνέπεια θα μπορούσε στους πρωτοαρχαϊκούς και αρχαϊκούς χρόνους να φιλοξενεί μια ακρόπολη με ναό αφιερωμένο στη θεότητα προστάτιδα του οικισμού.
Στο άλλο άκρο του σύγχρονου λιμένα, στην περιοχή «Θαλασσινά», σωστική ανασκαφή της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ηρακλείου το 2022 έφερε στο φως μικρή πήλινη οινοχόη που περιείχε τέσσερα νομίσματα (στατήρες) της πρωτοαρχαϊκής περιόδου από ήλεκτρον, χωρίς παράσταση, προερχόμενους από την περιοχή της Ιωνίας, και δυο χρυσά κοσμήματα (δακτυλίδι και ενώτιο). Πρόκειται αναμφίβολα για θησαυρό, η απόκρυψη του οποίου τοποθετείται γύρω στα μέσα του 7ουαιώνα π.Χ.