Το Ηράκλειο ως Επίνειο της Μινωικής Κνωσού

Η Μινωική Εγκατάσταση στον Λόφο του Ηρακλείου

Στη διάρκεια του 20ού αιώνα η αρχαιολογική έρευνα στην πόλη του Ηρακλείου υπήρξε περιορισμένη, αποσπασματική και χωρίς συστηματικές δημοσιεύσεις. Ακόμη και σήμερα η έρευνα των αρχαιότερων ιστορικών φάσεων της πόλης δυσχεραίνεται από τα τεράστια ύψη των επιχώσεων και την πυκνή επαλληλία των οικοδομικών λειψάνων της βυζαντινής, βενετικής και οθωμανικής περιόδου.

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο έρχονται στην επιφάνεια στοιχεία που αρχίζουν να μεταβάλλουν την αντίληψή μας για την πόλη κατά την αρχαιότητα. Αδημοσίευτα προς το παρόν ευρήματα από το χώρο όπου αργότερα εγκαταστάθηκε η βενετική μονή του Αγίου Φραγκίσκου και το Αρχαιολογικό Μουσείο τεκμηριώνουν για πρώτη φορά την ύπαρξη μινωικής εγκατάστασης στο Ηράκλειο πάνω στο λόφο που δέσποζε στο λιμάνι. Λείψανα ενός κτιριακού συγκροτήματος μεγάλων διαστάσεων και κεραμική που χρονολογείται από τους πρωτομινωικούς ως τους υστερομινωικούς χρόνους ήρθε στο φως κατά τις εργασίες επέκτασης του Αρχαιολογικού Μουσείου. Η εγκατάσταση φαίνεται ότι εκτεινόταν προς τα βορειοδυτικά, τουλάχιστον ως την οδό Μιλάτου, όπου είχε έρθει παλαιότερα στο φως ένα λίθινο αγγείο, και μερικές λεπίδες οψιανού.

Το Μινωικό Αγκυροβόλιο

Έχει επικρατήσει η άποψη ότι το λιμάνι του Ηρακλείου δεν ήταν φυσικό, αλλά διαμορφώθηκε με τεχνικά έργα μεταξύ του 6ου και του 4ου αιώνα π.Χ. ή ότι πριν την κατασκευή του Ενετικού λιμένα, υπήρχε ένας μικρότατος φυσικός λιμενίσκος που θα μπορούσε, με πρόχειρα τεχνικά έργα, να παρέχει ασφάλεια σε πλοιάρια που έπλεαν προς την ελληνική Κνωσό. Βάσει αυτής της αντίληψης, η αξία του Ηρακλείου ως εμπορικού λιμένα πριν από την ελληνιστική περίοδο, όταν εμφανίζονται οι πρώτες σχετικές αναφορές, δεν διερευνήθηκε και φυσικά το Ηράκλειο δεν συμπεριλήφθηκε στα πιθανά εμπορικά λιμάνια της παντοδύναμης μινωικής Κνωσού. Αντιθέτως, ως κυριότερο λιμάνι της Κνωσού προβλήθηκε η Αμνισός, στις εκβολές του ποταμού Καρτερού, και ο Πόρος-Κατσαμπάς, στο ανατολικό άκρο του κόλπου του Ηρακλείου, όπου εντοπίστηκε μινωική εγκατάσταση εργαστηριακού – βιοτεχνικού και οικιστικού χαρακτήρα με πλούσια ευρήματα. Λείψανα ορθογώνιων κατασκευών της υστερομινωικής περιόδου στην περιοχή αυτή, που ερμηνεύτηκαν από τον ανασκαφέα τους ως νεώσοικοι (νεώρια), ήρθαν να ενισχύσουν την παραπάνω θεωρία. Νεότερες μελέτες πάντως ερμηνεύουν αυτές τις κατασκευές ως αποθήκες, καθώς φαίνεται ότι απείχαν περίπου 200 μέτρα από την τότε ακτογραμμή. Γεωλογικές μελέτες αλλά και χάρτες της Βενετοκρατίας δείχνουν ότι ανατολικά του ενετικού λιμένα ως τις εκβολές του Καιράτου υπήρχε αμμώδης παραλία ανοιχτή στο βορρά, που ευνοούσε την απόσυρση πλοίων στην ακτή, αλλά ήταν εκτεθειμένη στη μανία του Κρητικού Πελάγους.

Από την άλλη,  πρόσφατες υποβρύχιες και επιφανειακές έρευνες επιβεβαίωσαν ότι ο προσήνεμος ενετικός λιμενοβραχίονας εδράζεται σε μια φυσική βραχώδη γλώσσα γης, που εκτείνεται ως το Ενετικό θαλάσσιο φρούριο Rocca a Mare (Κούλες) και παρείχε ανέκαθεν φυσική προστασία από το βορρά, διαμορφώνοντας ένα υπήνεμο φυσικό λιμάνι διαστάσεων αντίστοιχων με το βενετσιάνικο. Κατά συνέπεια, σε αντίθεση με τον Κατσαμπά, το Ηράκλειο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευλίμενο. Στην ανατολική πλευρά του κρηπιδώματος του βενετσιάνικου φρουρίου έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευτοί λιθόπλινθοι από ασβεστόλιθο με μήκος ως και 4 μέτρα. Ένας από αυτούς φέρει το γνωστό μινωικό “τεκτονικό” σύμβολο της τρίαινας. Ήδη από το 1968 ο Στυλιανός Αλεξίου είχε υποθέσει ότι το μινωικό λατομείο που εντόπισε στην περιοχή της Τρυπητής τροφοδότησε τις εγκαταστάσεις του λιμένα της Κνωσού, τον οποίο ωστόσο τοποθετούσε, όπως και οι υπόλοιποι μελετητές, στον Κατσαμπά. Με βάση τις νεότερες ενδείξεις, το υλικό ίσως είχε χρησιμοποιηθεί στο μινωικό λιμένα του Ηρακλείου για την κατασκευή μόλων ή άλλων συναφών λιμενικών υποδομών, οι οποίες έχουν αρχίσει πλέον να εντοπίζονται σε όλο το νησί. Ένα τέτοιο αγκυροβόλιο θα ήταν πολύτιμο για τον ισχυρό κνωσιακό στόλο.

Το πιθανότερο είναι ότι το λιμάνι του Ηρακλείου και η παραλία του Κατσαμπά λειτουργούσαν από κοινού: το προστατευμένο λιμάνι του Ηρακλείου πρόσφερε δυνατότητα αγκυροβόλησης στα μινωικά και διερχόμενα πλοία και η πλατιά, αμμώδης αλλά ρηχή ακτή του Κατσαμπά έναν άπλετο χώρο για βοηθητικές εγκαταστάσεις και την απόσυρση των πλοίων στην ξηρά για επισκευές και φύλαξη, όπως συνέβαινε ως τα νεότερα χρόνια. Η νησίδα Ντία θα πρόσφερε προσωρινό αγκυροβόλιο σε περίπτωση που η προσέγγιση στο λιμάνι ήταν δύσκολη λόγω καιρικών συνθηκών, όπως συνέβαινε σε μεταγενέστερες εποχές.