Η Αραβικη Κατάκτηση της Κρήτης

Μετά την κατάκτηση της Συρίας, της Αιγύπτου και της Βόρειας Αφρικής, οι Άραβες έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στη θάλασσα της Μεσογείου, επιδιώκοντας να κυριαρχήσουν στους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους σε βάρος των Βυζαντινών. Αν και τόλμησαν να πολιορκήσουν την Κωνσταντινούπολη το 674-678 και 716-717 αντίστοιχα, δεν κατάφεραν την περίοδο αυτή να κρατήσουν μόνιμα κανένα από τα νησιά της ανατολικής και κεντρικής Μεσογείου. Ακόμη και η κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου, της Σαρδηνίας και της Κορσικής έγινε χωρίς ισχυρή ναυτική υποστήριξη. Ωστόσο, τον 9ο αιώνα οι Άραβες είχαν πλέον αποκτήσει αξιοσημείωτη ναυτική τεχνολογία: έφτιαχναν τα πλοία τους με τον ίδιο τρόπο, όπως οι βυζαντινοί, είχαν μάθει να χρησιμοποιούν το υγρόν πυρ και είχαν κατασκευάσει έξυπνες μηχανές για τη ρίψη διάπυρων βελών. Με την ανάπτυξη ναυτικής τεχνολογίας και ναυτοσύνης υποχρέωσαν τους Βυζαντινούς να αποδεχτούν την ουδετερότητα της Κύπρου (8ος αιώνας) και στη συνέχεια κατάφεραν να κατακτήσουν την Κρήτη (823/828-961) και τη Σικελία (826-902).

Η σημασία της Κρήτης για τους Άραβες ήταν εξαρχής στρατηγική, λόγω της κομβικής θέσης της στους θαλάσσιους δρόμους που ένωναν την Κωνσταντινούπολη με τη Βόρεια Αφρική, τη Σικελία και την Ανατολική Μεσόγειο. Επιδρομές στο νησί είχαν αρχίσει να σημειώνονται ήδη από τον 7ο αιώνα. Μια απόπειρα εισβολής από τις ακτές της Ινάτου (Τσούτσουρος) είχε ήδη επιχειρηθεί το 716/7 μ.Χ., όπως τεκμηριώνεται από αραβική επιγραφή σε ταφή στο φαράγγι του Μίνδρη, αλλά είχε επιτυχώς αποκρουστεί, όπως συνάγεται από τον Βίο του Αγίου Ανδρέα.

Έναν αιώνα αργότερα η απόπειρα επαναλήφθηκε, αυτή τη φορά προσεκτικά σχεδιασμένη, και ήταν επιτυχής. Ο Abū Hafs Umar, επικεφαλής μιας ομάδας επαναστατημένων Αράβων της Ανδαλουσίας, που εγκατέλειψαν την Ιβηρική Χερσόνησο το 714 καταλήγοντας στην Αίγυπτο το 718, με τη συνδρομή των Αιγύπτιων που τους παρείχαν εξοπλισμένα πλοία και πληροφορίες προκειμένου να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, εκμεταλλεύτηκε την αναταραχή που προκάλεσε στον βυζαντινό στόλο και την άμυνα του Αιγαίου η εξέγερση του Θωμά του Σκλάβου (821-823 μ.Χ.) και κατάφερε να διεισδύσει στο καλά οχυρωμένο νησί από ένα αδύναμο αμυντικά σημείο. Οι μακροχρόνιες εμπορικές ανταλλαγές των κρητικών λιμανιών με τα κέντρα της Βόρειας Αφρικής, που είχαν από καιρό περάσει στα χέρια των Αράβων και οι παλαιότερες επιδρομές είχαν εξοικειώσει τους τελευταίους με τις κρητικές ακτές. Η εισβολή ξεκίνησε πιθανότατα το 823/4 μ.Χ., με την αποβίβαση των Αράβων στο ακρωτήριο «Χαράκι», που πλέον ταυτίζεται με το ακρωτήριο Ληστής, κοντά στη Δέρματο του Κερατόκαμπου. Οι εισβολείς βρήκαν τον τοπικό πληθυσμό εξαντλημένο από την πείνα και τις επιδημίες πανώλης που περιγράφονται στο Βίο του Αγίου Ανδρέα, αλλά και αποκαρδιωμένο και αποδεκατισμένο από τις συνέπειες καταστροφικότατου σεισμού του 795 μ.Χ. που σώριασε σε ερείπια τις περισσότερες κρητικές πόλεις, μεταξύ αυτών και την πρωτεύουσα Γόρτυνα. Η κατάκτηση της Κρήτης φαίνεται ότι έγινε σταδιακά και ολοκληρώθηκε με την κατάληψη του Ηρακλείου γύρω στο 828 μ.Χ.